Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, για τζίρο μέχρι 10.000€.

Αρχική
//Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, για τζίρο μέχρι 10.000€.
Επιστροφή
Απαλλαγή από τον ΦΠΑ, για τζίρο μέχρι 10.000€. 2018-12-01T13:28:32+00:00

Project Description

Άρθρα
Νέο καθεστώς από 1.1.2019 απαλλαγής από το ΦΠΑ μικρών επιχειρήσεων – Λογιστική αντιμετώπισή τους από πλευράς ΕΛΠ και φορολογική από πλευράς φορολογίας εισοδήματος

Του Φώτη Τσιατούρα
Φοροτεχνικού, συγγραφέα
τ. επόπτη Π.Ε.Κ. Αθηνών

Περιεχόμενα

1. Γενικά
2. Ποια πρόσωπα μπορούν να ενταχθούν στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων;
3. Ποια πρόσωπα εξαιρούνται από το ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων;
4. Πότε και πως εντάσσονται οι υποκείμενοι στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 39;
5. Ένταξη νέων επιχειρήσεων – Πως υπολογίζονται τα ακαθάριστα έσοδα στην πρώτη χρήση που είναι μικρότερη του έτους;
6. Πότε οι υποκείμενοι στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων μετατάσσονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στο κανονικό καθεστώς;
7. Απογραφή και αποτίμηση αποθεμάτων και επενδυτικών αγαθών στη μετάταξη σε άλλο καθεστώς – Δήλωση και απόδοση ΦΠΑ αποθεμάτων
8. Έκδοση φορολογικών στοιχείων από απαλλασσόμενους του ειδικού καθεστώτος – έκπτωση ΦΠΑ δαπανών για τον προσδιορισμό καθαρών κερδών
9. Έχουν υποχρέωση οι μικρές επιχειρήσεις του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ να τηρούν λογιστικά αρχεία (βιβλία);
10. Πως εξευρίσκεται και φορολογείται  το εισόδημα των μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ;
11. Απαλλάσσονται όλες οι μικρές επιχειρήσεις – επαγγελματίες από την τήρηση λογιστικών αρχείων;

1. Γενικά

Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 111 του ν.4549/2018 επανακαθορίστηκε για μια ακόμη φορά το ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ και οι διατάξεις του ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου και νόμου, από 1.1.2019.

Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 39 επιτρέπεται πλέον να υπάγονται στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων και όσοι για πρώτη φορά κάνουν έναρξη εργασιών, ενώ παύει να είναι υποχρεωτική η διετής παραμονή στο καθεστώς των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων και οι υποκείμενοι μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς από το επόμενο έτος. Επίσης, για λόγους εναρμόνισης με την οδηγία ΦΠΑ, ορίζεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ορίου υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς οι μεταβιβάσεις παγίων και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης. Επιπλέον, προβλέπεται με την υπέρβαση του ορίου των 10.000 ευρώ, ο υποκείμενος υποχρεούται άμεσα να επιβάλει ΦΠΑ και να εφαρμόσει το κανονικό καθεστώς από την πρώτη πράξη παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών, ώστε να μην υπάρχει έδαφος καταστρατήγησης της διάταξης.

Επισημαίνεται ότι το ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 39 είναι προαιρετικό και εφαρμόζεται κατ’ επιλογή των υποκειμένων, υπό τον όρο ότι πληρούται το μοναδικό κριτήριο των ακαθάριστων εσόδων, χωρίς στο ποσό αυτό να περιλαμβάνεται ΦΠΑ.

Στόχος της θεσπίσεως του εν λόγω ειδικού καθεστώτος είναι να μειωθεί το διοικητικό κόστος τόσο για τις μικρές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι δεν θα υποχρεούνται να χρεώνουν ΦΠΑ στις πράξεις που πραγματοποιούν (παραδόσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών), να υποβάλλουν δηλώσεις ΦΠΑ και να καταβάλλουν το φόρο, όσο και για τη Φορολογική Διοίκηση. Ωστόσο δεν έχουν δικαίωμα έκπτωσης του ΦΠΑ των εισροών τους.

Η εν λόγω απαλλαγή είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο, καθώς προβλέπεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ.

2. Ποια πρόσωπα μπορούν να ενταχθούν στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων;

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, μπορούν να απαλλαχθούν από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου υποκείμενοι, οι οποίοι, κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, πραγματοποίησαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, χωρίς ΦΠΑ, αξίας μέχρι 10.000 ευρώ.

Για τον προσδιορισμό του ορίου αυτού δεν λαμβάνονται υπόψη οι μεταβιβάσεις ενσώματων ή άυλων αγαθών επένδυσης καθώς και οι απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης.

Επισημαίνεται ότι το ειδικό αυτό καθεστώς είναι προαιρετικό, με μοναδικό κριτήριο ένταξης αυτό των ακαθαρίστων εσόδων. Επομένως μπορούν να ενταχθούν σ’ αυτό ατομικές επιχειρήσεις φυσικών προσώπων, οι επονομαζόμενοι ως ελεύθεροι επαγγελματίες (Δικηγόροι, Λογιστές, Μηχανικοί, Χημικοί, Καθηγητές, Λογιστές, Φοροτέχνες, Οικονομολόγοι, Αναλυτές, Προγραμματιστές, Κοινωνιολόγοι, κ.λπ.), εφόσον κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα σύμφωνα με τα παραπάνω, χωρίς το ΦΠΑ, μέχρι 10.000 ευρώ.

Επίσης, εν αντιθέσει με την προηγούμενη μορφή του καθεστώτος, μπορούν να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής του φόρου οι υποκείμενοι από την έναρξης των εργασιών τους.

Ωστόσο σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου των 10.000 ευρώ, ο υποκείμενος στο φόρο εφαρμόζει υποχρεωτικά το κανονικό καθεστώς για τις παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που ακολουθούν, αρχής γενομένης από την πράξη παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου αυτού και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από τον χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών.

3. Ποια πρόσωπα εξαιρούνται από το ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων;

Στην παρ. 2 του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ αναφέρονται ρητά οι περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των μικρών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ (περ. α’), για τους μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας υποκειμένους στο φόρο (περ. β’) καθώς και για τις παραδόσεις καινούργιων μεταφορικών μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παρ. 1 του άρθρου 28 (περ. γ’). Ειδικότερα κατά περίπτωση διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

α) Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ και όχι στις διατάξεις του νέου άρθρου 39.

β) Μία επιχείρηση μπορεί να είναι απαλλασσόμενη κατά την έννοια του άρθρου 39 μόνο αν είναι εγκατεστημένη στο εσωτερικό της χώρας, ενώ οι μη εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενοι στο φόρο, οι οποίοι καθίστανται υπόχρεοι στο ΦΠΑ στην Ελλάδα για παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούν, δεν δύνανται να απαλλάσσονται από το φόρο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39, αλλά υποχρεούνται να εκπληρώνουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους στο εσωτερικό της χώρας με τη λήψη ΑΦΜ/ΦΠΑ (σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1113/22.5.2013, όπως αυτή ισχύει) ή τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου κατά περίπτωση (σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1281/26.8.1993).

γ) Στην περίπτωση που επιχειρήσεις που εντάσσονται στην απαλλαγή του άρθρου 39 πραγματοποιούν παράδοση καινούργιου μεταφορικού μέσου προς πρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο Κ-Μ της Ε.Ε., η πράξη αυτή δεν εντάσσεται στο άρθρο 39.

Η εν λόγω παράδοση απαλλάσσεται από το φόρο σύμφωνα με το άρθρο 28.1β του κώδικα ΦΠΑ και κατά συνέπεια η επιχείρηση έχει δικαίωμα έκπτωσης και επιστροφής του φόρου εισροών, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβεί το φόρο που αναλογεί στην αξία της παράδοσης.

4. Πότε και πως εντάσσονται οι υποκείμενοι στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 39;

Με τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ ορίζεται ότι οι υποκείμενοι που κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, πραγματοποίησαν παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, χωρίς ΦΠΑ, αξίας μέχρι 10.000 ευρώ και οι οποίοι επιθυμούν να ενταχθούν στο απαλλασσόμενο καθεστώς, υποβάλλουν δήλωση μεταβολών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από την έναρξη του φορολογικού έτους, με ημερομηνία μεταβολής την έναρξη του φορολογικού έτους. Δηλαδή οι εν λόγω υποκείμενοι που πληρούν το κριτήριο των εσόδων δεν μπορούν να ενταχθούν στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 39 για το φορολογικό έτος 2019, εφόσον για το φορολογικό έτος που αρχίζει από 1.1.2019 υποβληθεί η σχετική δήλωση μεταβολών από 1.2.2019 και μετά.

5. Ένταξη νέων επιχειρήσεων – Πως υπολογίζονται τα ακαθάριστα έσοδα στην πρώτη χρήση που είναι μικρότερη του έτους;

Όπως προαναφέραμε, οι νέες επιχειρήσεις – επαγγελματίες μπορούν να ενταχθούν είτε με την έναρξή τους στο καθεστώς του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ είτε από την επόμενη διαχειριστική περίοδο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν το κριτήριο των ακαθάριστων εσόδων.

Περαιτέρω με τις διατάξεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ προβλέπεται ότι αν ο υποκείμενος στο φόρο ασκεί τη δραστηριότητά του για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, προκειμένου να κριθεί αν μπορεί να απαλλαγεί κατά το επόμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με το κριτήριο των ακαθαρίστων εσόδων, γίνεται αναγωγή της αξίας των παραδόσεων αγαθών ή των παροχών υπηρεσιών που πραγματοποίησε η επιχείρηση, κατά τη διάρκεια που άσκησε τη δραστηριότητά της, σε ετήσια βάση.

6. Πότε οι υποκείμενοι στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων μετατάσσονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στο κανονικό καθεστώς;

Με τις νέες διατάξεις, που πρόκειται να ισχύσουν από 1.1.2019, επήλθε μία ουσιώδης μεταβολή στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, προβλέπεται ότι με την υπέρβαση του ορίου των 10.000 ευρώ, ο υποκείμενος υποχρεούται άμεσα να επιβάλει ΦΠΑ και να εφαρμόσει το κανονικό καθεστώς από την πρώτη πράξη παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών με την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου και για το σύνολο της αξίας της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της δήλωσης μεταβολών.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, προβλέπεται ότι οι υποκείμενοι, που είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 39, μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς απόδοσης του φόρου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 30 ημερών από την έναρξη του επόμενου φορολογικού έτους. Δηλαδή από 1.1.2019 έπαψε να είναι υποχρεωτική η διετής παραμονή στο καθεστώς των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων και οι υποκείμενοι μπορούν να μεταταχθούν στο κανονικό καθεστώς από το επόμενο έτος.

7. Απογραφή και αποτίμηση αποθεμάτων και επενδυτικών αγαθών στη μετάταξη σε άλλο καθεστώς – Δήλωση και απόδοση ΦΠΑ αποθεμάτων

Σύμφωνα με τις  διατάξεις της παρ. 7 του ίδιου άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, προβλέπεται ότι ο υποκείμενος που μετατάσσεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, από το ένα καθεστώς στο άλλο, τα αποθέματα των εμπορεύσιμων αγαθών, τα οποία υπάρχουν κατά την τελευταία ημέρα πριν τη μετάταξη, απογράφονται υποχρεωτικά ανά ισχύοντα συντελεστή φόρου, αποτιμώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ε.Λ.Π., και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του φόρου που έχει εκπεσθεί για τα αποθέματα, όταν ο υποκείμενος μετατάσσεται από το κανονικό καθεστώς στο απαλλασσόμενο και δικαίωμα έκπτωσης, αντίστοιχα, όταν μετατάσσεται από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς.

Επίσης, σύμφωνα με τις  διατάξεις της παρ. 8 του ίδιου άρθρου 39, απογράφονται υποχρεωτικά τα αγαθά επένδυσης για τα οποία δεν έχει παρέλθει ο χρόνος διακανονισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του Κώδικα ΦΠΑ. Τα εν λόγω αγαθά αποτιμώνται στην αξία κτήσης αυτών, η οποία προσαυξάνεται με τις δαπάνες βελτίωσης και επέκτασης, εκτός από τις δαπάνες επισκευής και συντήρησης.

Οι μετατασσόμενοι υποκείμενοι, για τον εναπομένοντα χρόνο του διακανονισμού, έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου ή, κατά περίπτωση, υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του φόρου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για μετάταξη από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς ή αντίστροφα.

Παραδείγματα:

1) Έστω ότι επιχείρηση του ειδικού καθεστώτος των μικρών επιχειρήσεων αγοράζει το έτος 2016 επενδυτικό αγαθό αξίας 1.000 € και κατά την αγορά καταβάλει φόρο 240 €.  Αν από 1.1.2019 η επιχείρηση αυτή μεταταγεί στο κανονικό, έχει δικαίωμα για τα υπόλοιπα δύο χρόνια της πενταετίας να εκπέσει τα 2/5 του καταβληθέντος φόρου, δηλαδή 240 Χ 2/5 = 96 €.

2) Έστω ότι επιχείρηση που ανήκει στο κανονικό καθεστώς αγοράζει το 2016 επενδυτικό αγαθό συνολικής αξίας 1.000 € και κατά την αγορά καταβάλει φόρο 240 €, τον οποίο και εκπίπτει όπως είχε δικαίωμα. Αν από 1.1.2019 η επιχείρηση μεταταγεί στο ειδικό καθεστώς των μικρών επιχειρήσεων, για τα υπόλοιπα δύο χρόνια της πενταετίας έχει υποχρέωση διακανονισμού και καταβολής του αναλογούντος φόρου, δηλαδή 240 Χ 2/5 = 96 €.
Για τα απογραφόμενα κατά τα ανωτέρω αγαθά (εμπορεύσιμα ή επενδυτικά), υποβάλλεται, μέσα σε δύο μήνες από τη μετάταξη, δήλωση αποθεμάτων μετάταξης που περιλαμβάνει την αξία τους κατά συντελεστή ΦΠΑ και το φόρο που αναλογεί (άρθρο 39 § 9 του κώδικα ΦΠΑ).
Σε περίπτωση μετάταξης από το κανονικό στο απαλλασσόμενο καθεστώς, υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του ΦΠΑ που έχει εκπεσθεί για τα αποθέματα και υποχρέωση διακανονισμού και απόδοσης του φόρου που οφείλεται για τα αγαθά επένδυσης. Για την απόδοση του φόρου αυτού υποβάλλεται δήλωση εντός ενός μηνός από την υποβολή της δήλωσης αποθεμάτων μετάταξης, π.χ. αν η μετάταξη πραγματοποιήθηκε την 1.1.2019 υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης αποθεμάτων το αργότερο έως 28.2.2019 και για την απόδοση του αντίστοιχου ΦΠΑ πρέπει να υποβληθεί δήλωση το αργότερο έως 29.3.2019 (δεδομένου ότι 31.3.2019 είναι Κυριακή).
Αντίθετα, σε περίπτωση μετάταξης από το απαλλασσόμενο στο κανονικό καθεστώς, υπάρχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου που αναλογεί στα απογραφόμενα, κατά τα ανωτέρω, αγαθά. Ο φόρος αυτός εκπίπτεται με την προβλεπόμενη από το άρθρο 38 δήλωση ΦΠΑ της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η δήλωση αποθεμάτων. Δηλαδή αν η μετάταξη πραγματοποιήθηκε την 1.1.2019 υπάρχει υποχρέωση υποβολής δήλωσης αποθεμάτων το αργότερο έως 28.2.2019 και η έκπτωση του αντίστοιχου ΦΠΑ μπορεί να γίνει:
α) με τη δήλωση ΦΠΑ για την φορολογική περίοδο του Φεβρουαρίου 2019 που υποβάλλεται έως 29.03.2019, αν ο υποκείμενος τηρεί διπλογραφικά βιβλία, ή
β) με τη δήλωση ΦΠΑ για την φορολογική περίοδο του Α΄ τριμήνου 2019 που υποβάλλεται έως 30.04.2019, αν ο υποκείμενος τηρεί απλογραφικά βιβλία.
Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχουν στοιχεία προς καταχώρηση στη δήλωση αποθεμάτων μετάταξης ή ο υποκείμενος δεν επιθυμεί να συμψηφίσει το φόρο των εισροών που δικαιούται, δεν υποβάλλεται δήλωση αποθεμάτων μετάταξης.

8. Έκδοση φορολογικών στοιχείων από απαλλασσόμενους του ειδικού καθεστώτος – Έκπτωση ΦΠΑ δαπανών για τον προσδιορισμό καθαρών κερδών

Σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, οι απαλλασσόμενες μικρές επιχειρήσεις στις περιπτώσεις που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας έχουν υποχρέωση έκδοσης φορολογικών στοιχείων, υποχρεούνται να αναγράφουν σε αυτά την ένδειξη «χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας – απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων άρθρο 39 ν. 2859/2000» και δεν δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο των εισροών τους.

Ωστόσο από άποψη φορολογίας εισοδήματος και δεδομένου ότι με τις διατάξεις των άρθρων 21 – 28 του νέου ΚΦΕ (ν.4172/2013) από 1.1.2014 τα καθαρά κέρδη και των μικρών επιχειρήσεων προσδιορίζονται λογιστικά, ο ΦΠΑ που βαρύνει τις εισροές, αφαιρείται ως έξοδο για τον προσδιορισμό των κερδών αυτών (σχετ. έγγ. ΔΕΑΦ Α 1051446 ΕΞ 2016/30.3.2016).

Επισημαίνεται ότι με την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 11, του ίδιου άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ, παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπ. Οικονομικών και στον Διοικητή της ΑΑΔΕ με κοινή απόφασή τους να ρυθμίσουν κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, η οποία δεν έχει εκδοθεί ακόμη.

9. Έχουν υποχρέωση οι μικρές επιχειρήσεις του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ να τηρούν λογιστικά αρχεία (βιβλία);

Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 της της Α.Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1007/9.1.2015 απαλλάσσονται από το φορολογικό έτος 2015 και εφεξής μόνο από την ενημέρωση λογιστικών αρχείων (βιβλίων) οι πολύ μικρές οντότητες της παραγράφου 2.γ του άρθρου 1 του ν. 4308/2014 οι οποίες είναι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα) που απαλλάσσονται από το ΦΠΑ λόγω ύψους ακαθαρίστων εσόδων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.2859/2000 με εξαίρεσή τους εκμεταλλευτές ΤΑΞΙ, τα πρατήρια υγρών καυσίμων και τους πωλητές πετρελαίου θέρμανσης.

Περαιτέρω με το άρθρο 2 της ίδιας απόφασης απαλλάσσονται επίσης από το φορολογικό έτος 2015 και εφεξής μόνο από την ενημέρωση λογιστικών αρχείων (βιβλία) οι πολύ μικρές οντότητες της παραγράφου 2.γ του άρθρου 1 του Ν. 4308/2014 οι οποίες:

i. Είναι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα) που πωλούν αγαθά ή προσφέρουν υπηρεσίες, αποκλειστικά από σταθερά σημεία μετά από άδεια των αρμόδιων υπηρεσιών, με εξαίρεση τις λαϊκές αγορές και τα παζάρια.
Στην απαλλαγή της παραγράφου αυτής εντάσσονται, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, οι στιλβωτές υποδημάτων καθώς και οι πωλητές κουλουριών, ψημένων καλαμποκιών, κάστανων, ξηρών καρπών, καρύδας ή άλλων αγαθών, που πωλούνται ή προσφέρονται.

ii. Είναι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα) − πλανόδιοι λιανοπωλητές λαχείων.

iii. Είναι οντότητες που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς κατ’ αποκοπή καταβολής του ΦΠΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 2859/2000 (εκμεταλλευτές μικρών σκαφών παράκτιας αλιείας, εκμεταλλευτές σκαφών στη λίμνη Ιωαννίνων, εκμεταλλευτές ιππήλατων οχημάτων).

Η ανωτέρω απόφαση εκδόθηκε βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 14 του άρθρου 30 του ν. 4308/2014 με την οποία παρασχέθηκε στον Γεν. Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων δυνατότητα να καθορίζει ειδικές απλουστεύσεις και απαλλαγές σε ό,τι αφορά στην τήρηση λογιστικών αρχείων (βιβλίων) και στην έκδοση λογιστικών στοιχείων (παραστατικών) για κατηγορίες οντοτήτων με κριτήρια το μέγεθος ή το είδος της δραστηριότητας ή τον τρόπο ή τον τόπο άσκησης αυτής και εφόσον διασφαλίζεται ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης.

Σημειώνεται ότι και με το προηγούμενο καθεστώς του Κ.Φ.Α.Σ. (άρθρο 3 § 3 του ν.4093/2012) οι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα) απαλλάσσονταν από τη τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων λιανικής που είχαν πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο 5.000 ευρώ (το όριο ήταν το μισό από το σημερινό και κατά συνέπεια διευρύνθηκαν οι περιπτώσεις που υπάγονται σε αυτό).

10. Πως εξευρίσκεται και φορολογείται  το εισόδημα των μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ

Όπως προαναφέρθηκε με την εφαρμογή του ισχύοντος Κ.Φ.Ε. (ν.4172/2013) από 1.1.2014, καταργήθηκε ο εξωλογιστικός προσδιορισμός ορισμένων επιχειρήσεων και τα καθαρά κέρδη όλων των επιχειρήσεων (μεγάλων και μικρών) προσδιορίζονται πλέον λογιστικά (άρθρα 21 – 28 ν.4172/2013).

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 21 του ν.4172/2013 ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις.

Επομένως  οι μικρές επιχειρήσεις του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ, που δεν είναι υπόχρεες σε τήρηση λογιστικών αρχείων (βιβλίων), οφείλουν να τεκμηριώνουν τα εισοδήματά τους με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως έκδοση και τήρηση αποδείξεων είσπραξης για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, τήρηση παραστατικών στοιχείων που εκδίδουν οι αγοράστριες ή λήπτριες οντότητες (τιμολόγια αγοράς, αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης), καθώς επίσης και τήρηση κάθε άλλου αρχείου (καταγραφή) με τα δεδομένα (αξία) των πωλήσεών τους, τήρηση αρχείου της παραγωγής τους σε ποσότητα και τιμή πώλησης, κ.λπ.

Επίσης οφείλουν να τεκμηριώνουν και τις δαπάνες, που αφορούν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, τηρώντας τα λογιστικά στοιχεία (τιμολόγια, αποδείξεις δαπανών κ.λπ.) που λαμβάνουν από άλλες επιχειρήσεις καθώς και κάθε άλλου στοιχείου που αφορούν τέτοιες δαπάνες.

Περαιτέρω και σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 29 του ν.4172/2013 τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα (ατομικές επιχειρήσεις) φορολογούνται από το φορολογικό έτος 2016 και μετά με την κλίμακα της παρ. 1 του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, αφού προστεθούν σε τυχόν εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις.

Εισόδημα (Μισθοί, Συντάξεις, Επιχειρηματική Δραστηριότητα) σε ευρώ Φορ. Συντελεστής
         0 – 20.000 22%
20.001 – 30.000 29%
30.001 – 40.000 37%
40.001 – 45%

Για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζονται οι μειώσεις του άρθρου 16 του ν.4172/2013 (μειώσεις φόρου ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση).

Επισημαίνεται και σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 29 του ν.4172/2013 απαλλάσσονται του φόρου τα κέρδη κέρδη των φυσικών προσώπων και των ατομικών επιχειρήσεων που εμπίπτουν στην έννοια των πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στη Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, από τη διάθεση παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία «Δ.Ε.Η. Α.Ε». ή άλλο προμηθευτή, μετά από την ένταξή τους στο «Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων μέχρι 10 Kw, κατόπιν απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3468/2006.

11. Απαλλάσσονται όλες οι μικρές επιχειρήσεις – επαγγελματίες από την τήρηση λογιστικών αρχείων;

Όχι. Οι εκμεταλλευτές ΤΑΞΙ π.χ. μπορούν να εμπίπτουν στην κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων του άρθρου 39 του κώδικα ΦΠΑ (να μην υποβάλλουν δηλώσεις ΦΠΑ κ.λπ.), εφόσον πληρούν το κριτήριο των ακαθαρίστων εσόδων την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, ωστόσο όμως είναι υπόχρεοι τήρησης λογιστικών αρχείων (βιβλίων).

Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με τα πρατήρια υγρών καυσίμων και τους πωλητές πετρελαίου θέρμανσης (εάν θεωρητικά είχαν τόσο χαμηλό τζίρο).

Όπως προαναφέρθηκε με την Α.Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1007/9.1.2015 απαλλάσσονται από το φορολογικό έτος 2015 και μετά μόνο από την ενημέρωση λογιστικών αρχείων (βιβλίων) οι ατομικές επιχειρήσεις (φυσικά πρόσωπα) που εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 39 του ν.2859/2000, λόγω ύψους ακαθαρίστων εσόδων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 39 του ν.4308/2014 (Ε.Λ.Π.) δεν υπόκειται στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου τα παρακάτω φυσικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην παράγραφο 2γ του άρθρου 1 (προσωπικές εταιρείες, ατομικές επιχειρήσεις):

α) Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ του ν. 2859/2000, βάσει ύψους ακαθάριστων εσόδων τους από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών ή του ποσού των δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης που λαμβάνουν, ανά φορολογικό έτος. Τα ποσοτικά όρια της παραγράφου αυτής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.

β) Τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία, ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον οι συναλλαγές αυτές στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως.

γ) Δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι ή συνταξιούχοι που είναι συγγραφείς ή εισηγητές εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων, εφόσον δεν ασκούν άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Όπου από τη νομοθεσία απαιτείται η υποβολή λογιστικών ή στατιστικών δεδομένων η οντότητα οφείλει σε κάθε περίπτωση να συγκεντρώνει κατάλληλα από το λογιστικό της σύστημα και να παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται.

Περαιτέρω στην Λογιστική Οδηγία (Ε.Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1003/31.12.2014), που ερμηνεύει τις σχετικές διατάξεις των Ε.Λ.Π., για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις αναφέρεται ότι με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν.4308/2014 (Ε.Λ.Π.) ορισμένα από τα πρόσωπα της παρ. 2γ του άρθρου 1 του ίδιου νόμου δεν υπόκεινται σε αυτόν, και συνεπώς, δεν υποχρεούνται σε έκδοση των παραστατικών πωλήσεων και στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων που προβλέπει ο νόμος αυτός. Στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται (διαζευκτικά ή και αθροιστικά) συγκεκριμένες περιπτώσεις που κατονομάζονται στις υποπαραγράφους (α) έως (γ).

– Ειδικότερα με  την υποπαράγραφο (1α) του άρθρου 39 του ν.4308/2014 δεν έχουν υποχρέωση εφαρμογής των Ε.Λ.Π. οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ,  βάσει του ύψους των ακαθάριστων εσόδων από την πώληση αγροτικών προϊόντων και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών ή του ποσού που εισέπραξαν από δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος (που προσδιορίσθηκαν σε 15.000 € και 5.000 € αντίστοιχα).

Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω πρόσωπα (αγρότες του ειδικού καθεστώτος) κατά τις διατάξεις του ν. 4172/2013 αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος για τα εισοδήματά τους από αυτή τη δραστηριότητα. Συνεπώς τα πρόσωπα αυτά οφείλουν να τεκμηριώνουν τα εισοδήματά τους με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως έκδοση και τήρηση αποδείξεων είσπραξης για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, τήρηση κάθε άλλου αρχείου (καταγραφή) με τα δεδομένα (αξία) των πωλήσεών τους, τήρηση αρχείου της παραγωγής τους σε ποσότητα και τιμή πώλησης, κλπ.

Σημειώνεται επίσης ότι τα εισοδήματα των αγροτών αυτών από πωλήσεις που διενεργούν σε οντότητες υποκείμενες στα Ε.Λ.Π. (π.χ. συνεταιρισμοί, επιχειρήσεις εμπορίας ή κατεργασίας αγροτικών προϊόντων, κλπ.), προκύπτουν από τα σχετικά παραστατικά που εκδίδουν οι αγοράστριες ή διαμεσολαβούσες οντότητες .

Εξάλλου με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 41 του ν.2859/2000 προβλέπεται η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για παραδόσεις των προϊόντων τους ή παροχές αγροτικών υπηρεσιών προς άλλους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ή προς πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο.

– Με την υποπαράγραφο (1β) του άρθρου 39 του ν.4308/2014 δεν έχουν υποχρέωση εφαρμογής του ίδιου νόμου τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον το εισόδημα που αποκτούν από τις συναλλαγές αυτές δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ ετησίως.

Ως ευκαιριακή παρεπόμενη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται η δραστηριότητα που δεν ασκείται κατά σύστημα και αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά. Τέτοια πραγματικά περιστατικά αποτελούν ιδίως η συνέχεια ή μη της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, η ύπαρξη ιδιαίτερης επαγγελματικής εγκατάστασης, η ύπαρξη ιδιαίτερου εξοπλισμού και μηχανικών μέσων για την παροχή των υπηρεσιών αυτών ή την παραγωγή των αγαθών ή απόκτηση αγαθών με σκοπό τη μεταπώληση, και γενικότερα το εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών ή των αγαθών, έχει τα χαρακτηριστικά της οργανωμένης επιχείρησης.

Ενδεικτικές περιπτώσεις που εμπίπτουν στην περίπτωση (β) της παρ. 1 του άρθρου 39 είναι:
α) Τα φυσικά πρόσωπα όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κλπ, που συμβάλλονται με εταιρείες ερευνών με συμβάσεις έργου ή όχι.
β) Τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν πωλήσεις με το σύστημα της κατ’ οίκον επίδειξης, ως αντιπρόσωποι πωλητές (dealers).
γ) Οι ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λ.π οι οποίοι μετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα επιχορηγούμενα ή μη, τα οποία εκτελούνται τόσο από πρόσωπα υπόχρεα των Ε.Λ.Π., όσο και από διάφορους φορείς.
δ) Οι διερμηνείς ή μεταφραστές.

– Με την υποπαράγραφο (1γ) του άρθρου 39 του ν.4308/2014 δεν έχουν υποχρέωση εφαρμογής του ίδιου νόμου οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι ή συνταξιούχοι που είναι συγγραφείς ή εισηγητές εκπαιδευτικών προγραμμάτων (π.χ. μεταπτυχιακά) και σεμιναρίων (π.χ. ημερίδες), εφόσον δεν ασκούν άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οίκοθεν νοείται ότι η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και τα μέλη ΔΕΠ ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και τους δημόσιους ή ιδιωτικούς υπαλλήλους ή συνταξιούχους, μέλη του Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Σ.Ε.Π.) του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π).

Σημειώνεται ότι η οντότητα προς την οποία παρέχεται υπηρεσία ή πωλούνται τα αγαθά από τα  πρόσωπα των ανωτέρω περιπτώσεων (β) και (γ) της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν.4308/2014 οφείλει να εκδίδει το προβλεπόμενο παραστατικό από τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ώστε να διασφαλίζεται η υποβολή των εισοδημάτων αυτών σε φορολογία.

Τέλος και σύμφωνα με την παρ. 39.1.9 της ίδιας Λογιστικής Οδηγίας (Ε.Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1003/31.12.2014) προβλέπεται ότι τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ή πωλούν αγαθά λιανικά αποκτώντας εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα είναι υπόχρεα εφαρμογής των λογιστικών προτύπων, καθότι η διενέργεια αυτών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευκαιριακή. Διευκρινίζεται ότι η συμπτωματική πώληση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, αυτοκίνητα, οικοσκευή, κλπ.) σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται υποχρεώσεις σε σχέση με τον ν.4308/2014 (Ε.Λ.Π.).

Πηγές:

– Άρθρα 39 και 41 ν.2859/2000,
– Α.Γ.Γ.Δ.Ε.
ΠΟΛ.1002/31.12.2014, ΠΟΛ.1007/9.1.2015,
– Λογιστική Οδηγία – Ε.Γ.Γ.Δ.Ε. 
ΠΟΛ.1003/31.12.2014,
– Ε.Γ.Γ.Δ.Ε.
ΠΟΛ.1126/17.6.2015,
– Έγγραφα Δ14Β 1000985 ΕΞ /7.1.2015, ΔΕΑΦ Α 1051446 ΕΞ /30.3.2016,
–  Φ.Π.Α. Δ Έκδοση, Κωδικοποίηση – Ερμηνεία – Εφαρμογή, έργο του ίδιου συγγραφέα.

https://www.taxheaven.gr