Project Description

26/05/2020

Άρθρο:

Η νομοθετική διάταξη για την αστική ευθύνη των τουριστικών επιχειρήσεων

Των Ιωάννη Γκιτσάκη, Λάζαρου Παυλίδη, Αναστασίας Στεφίδου και Έρης Τζάνη

Σε προηγούμενο άρθρο μας, με τίτλο «Η νομική ευθύνη των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων σε περίπτωση κρούσματος κορονοϊού», αναπτύξαμε ορισμένες από τις νομικές πτυχές του ζητήματος της αστικής ευθύνης των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και διατυπώσαμε συγκεκριμένες προτάσεις, αναφορικά με τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν προληπτικά από τα ξενοδοχεία και τα τουριστικά καταλύματα, προκειμένου να κατοχυρωθούν νομικά απέναντι στους πελάτες τους και να αποτρέψουν το ενδεχόμενο κάποιοι εξ αυτών να στραφούν δικαστικά εναντίον τους σε περίπτωση που νοσήσουν από CoVid-19.

Με ειδική διάταξη που ψηφίστηκε την προηγούμενη εβδομάδα, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει νομοθετικά το ιδιαίτερα σοβαρό αυτό ζήτημα, προβλέποντας τον περιορισμό της αστικής ευθύνης των τουριστικών επιχειρήσεων και εισάγοντας ειδικές ρυθμίσεις για το βάρος απόδειξης. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 60 του ν. 4688/2020, «Ειδικές μορφές τουρισμού, διατάξεις για την τουριστική ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 101/2020), που αφορά τα υγειονομικά πρωτόκολλα των τουριστικών επιχειρήσεων, και ειδικότερα στην παράγραφο 5 αυτού προβλέπεται, ότι «Αστική ευθύνη των τουριστικών επιχειρήσεων, έναντι οιουδήποτε προσώπου, σχετιζόμενη αμέσως ή εμμέσως με τον κορωνοϊό COVID-19, δεν προκύπτει, σε περίπτωση κατά την οποία, οι τουριστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τους όρους των ειδικών πρωτοκόλλων υγειονομικού περιεχομένου του παρόντος. Ο ζημιωθείς φέρει το βάρος αποδείξεως της ζημίας που υπέστη και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη προσήκουσας εφαρμογής των όρων των ειδικών πρωτοκόλλων υγειονομικού περιεχομένου του παρόντος και της ζημίας».

Με την ως άνω νομοθετική διάταξη επιβεβαιώνονται καταρχήν όσα αναπτύξαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, αναφορικά με την υποχρέωση του πελάτη, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής, να αποδείξει το πταίσμα του ξενοδόχου αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στο πταίσμα και στη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν. Όπως επισημάναμε, ο πελάτης φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο για το ότι κόλλησε τον κορονοϊό εντός του ξενοδοχείου όσο και για το ότι κόλλησε εξαιτίας κάποιας αμέλειας του προσωπικού του ξενοδοχείου ως προς την τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων. Επιβεβαιώνεται επίσης η εκτίμησή μας, ότι εφόσον οι τουριστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται πλήρως προς τα πρωτόκολλα αυτά και τους ειδικότερους όρους που προβλέπουν, τότε θα είναι διασφαλισμένες νομικά τόσο απέναντι στο Κράτος όσο και απέναντι στους πελάτες τους. Όπως υπογραμμίσαμε, πραγματικός κίνδυνος ευθύνης υφίσταται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή πλημμελούς εφαρμογής των υγειονομικών πρωτοκόλλων.

Όσον αφορά τώρα στην ως άνω νομοθετική διάταξη του άρθρου 60 παρ. 5 του ν. 4688/2020, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Στο ελληνικό αστικό δίκαιο, η αστική ευθύνη για την αποκατάσταση ζημίας ρυθμίζεται κατεξοχήν από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ. ΑΚ). Συνεπώς, για τη θεμελίωση, από οποιοδήποτε πρόσωπο, αξίωσης για αποζημίωση σε βάρος τουριστικής επιχείρησης, σχετιζόμενης αμέσως ή εμμέσως µε τον κορονοϊό SARS-CoV-2 (και όχι COVID-19, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην εξεταζόμενη νομοθετική διάταξη), απαιτείται η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, η οποία, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 60 του ν. 4688/2020, περιορίζεται μόνο στην περίπτωση μη τήρησης ή πλημμελούς τήρησης των όρων των ειδικών πρωτοκόλλων υγειονομικού περιεχομένου της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου. Επιπλέον, απαιτείται η επίμαχη παράνομη συμπεριφορά, δηλαδή η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των όρων των ως άνω πρωτοκόλλων, να είναι και υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται είτε σε δόλο είτε σε αμέλεια του δράστη. Τέλος, απαιτείται και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη, δηλαδή του ιδιοκτήτη της τουριστικής επιχείρησης, και της ζημίας που επήλθε στον πελάτη της ή σε τρίτο πρόσωπο.

Σημαντικό είναι εδώ να τονιστεί, ότι η τουριστική επιχείρηση ευθύνεται επιπλέον και για τις πράξεις ή τις παραλείψεις του προσωπικού της, αλλά και των προσώπων που έχει ορίσει ως υπεύθυνους για την τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων, εφόσον βεβαίως οι επίμαχες πράξεις ή παραλείψεις έγιναν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργούν υποχρέωση αποζημιώσεως. Αυτό πρακτικά σημαίνει, πως οι τουριστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μεριμνήσουν για την άρτια εκπαίδευση του προσωπικού τους αναφορικά με την τήρηση των βασικών μέτρων αποφυγής μετάδοσης του κορονοϊού και να βεβαιωθούν ότι κάθε εργαζόμενος έχει ενημερωθεί για τα πρωτόκολλα υγιεινής και διαχείρισης κρουσμάτων CoVid-19 που εμπίπτουν στο πεδίο των καθηκόντων του.

Το δεύτερο εδάφιο της εξεταζόμενης νομοθετικής διάταξης ρυθμίζει το ζήτημα του βάρους απόδειξης. Συγκεκριμένα προβλέπεται, ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης ενέργειας εκ μέρους της τουριστικής επιχείρησης και της επελθούσας ζημίας, φέρει ο ζημιωθείς, δηλαδή ο πελάτης της τουριστικής επιχείρησης. Πρακτικά αυτό σημαίνει, πως οποιοσδήποτε θελήσει να ενάγει μία τουριστική επιχείρηση, για το λόγο ότι μεταδόθηκε σε αυτόν ο ιός, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο την ύπαρξη της ζημίας που υπέστη, αλλά επιπροσθέτως και ότι η ζημία αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του τουριστικού επιχειρηματία ή του προσωπικού του. Και όπως αναφέραμε και στο προηγούμενο άρθρο μας, κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποδειχθεί ακόμα και σε περίπτωση all inclusive ξενοδοχείου. Πράγματι, μια τέτοια απόδειξη είναι πολύ δύσκολη, καθόσον υπάρχει  δυσχέρεια να διαπιστωθεί πού και πότε νόσησε ο πελάτης. Δηλαδή, είναι σχεδόν απίθανο να αποδείξει κάποιος ότι κόλλησε τον κορονοϊό εντός του ξενοδοχείου και όχι κατά τη μεταφορά του από και προς το ξενοδοχείο ή κατά τη διάρκεια κάποιας δραστηριότητάς του εκτός ξενοδοχείου. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αλλά και για το σύνολο των τουριστικών επιχειρήσεων.

Κατά συνέπεια, η αστική ευθύνη των τουριστικών επιχειρήσεων για ενδεχόμενο κρούσμα κορονοϊού περιορίζεται αυστηρά και μόνο στη διαπίστωση της τήρησης ή μη των όρων των εφαρμοστέων υγειονομικών πρωτοκόλλων. Εφόσον, λοιπόν, οι τουριστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν πιστά τα προβλεπόμενα υγειονομικά πρωτόκολλα και συμμορφώνονται πλήρως προς τους όρους τους, τότε, σύμφωνα με την εξεταζόμενη διάταξη, δεν προκύπτει αστική ευθύνη τους έναντι οιουδήποτε προσώπου (πελάτη, επισκέπτη ή εργαζόμενου). Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής σε βάρος τουριστικής επιχείρησης, εφόσον αυτή ανταποδείξει ότι τήρησε όλα όσα προβλέπονται στα εφαρμοστέα υγειονομικά πρωτόκολλα και έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα που ορίζονται σε αυτά, τότε απαλλάσσεται πλήρως από κάθε αστική ευθύνη (αλλά και από την αντίστοιχη διοικητική και ποινική ευθύνη).

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, κατά τη γνώμη μας, εντοπίζεται ακριβώς σε αυτό. Ότι, δηλαδή, η απαλλαγή από την αστική ευθύνη προϋποθέτει την πιστή εφαρμογή των υγειονομικών πρωτοκόλλων και την πλήρη συμμόρφωση των τουριστικών επιχειρήσεων με όλους τους όρους τους. Διαβάζοντας όμως κανείς τα συγκεκριμένα υγειονομικά πρωτόκολλα που δημοσιεύτηκαν, αντιλαμβάνεται το πόσο λεπτομερή, σχολαστικά και πολύπλοκα είναι. Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι η πιστή εφαρμογή τους και η πλήρης συμμόρφωση των τουριστικών επιχειρήσεων με όλους τους όρους τους είναι σχεδόν αδύνατη. Πράγματι, με όση επιμέλεια και αν εφαρμόσει μία τουριστική επιχείρηση τα σχετικά υγειονομικά πρωτόκολλα, με όση επιμέλεια και αν εκπαιδεύσει το προσωπικό της στην ορθή τήρησή τους και με όση επιμέλεια και αν επιβλέπει την πιστή εφαρμογή τους, είναι αδύνατον να υπάρξει πλήρης συμμόρφωση σε όλους τους όρους από το σύνολο του προσωπικού της. Είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τηρηθούν πλήρως όλοι οι ειδικοί όροι που προβλέπονται στα υγειονομικά πρωτόκολλα.

Και εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο κίνδυνος: Σε περίπτωση άσκησης αγωγής, ο πελάτης είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταφέρει να εντοπίσει κάποιες παρατυπίες εκ μέρους της τουριστικής επιχείρησης. Κάποιες περιπτώσεις μη τήρησης ή πλημμελούς εφαρμογής ορισμένων όρων των υγειονομικών πρωτοκόλλων. Συνεπώς, ο κίνδυνος της αστικής ευθύνης δεν αποτρέπεται πλήρως με τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακριβώς, λόγω του πλήθους, των λεπτομερειών και της πολυπλοκότητας των όρων των υγειονομικών πρωτοκόλλων. Θα πρέπει, επομένως, η επίμαχη νομοθετική διάταξη να τροποποιηθεί και να θεσπιστούν επιπλέον ασφαλιστικές δικλείδες, οι οποίες θα προβλέπουν, ότι για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης σε βάρος των τουριστικών επιχειρήσεων δεν αρκεί κάθε παραβίαση, οιουδήποτε, έστω και επουσιώδους, όρου των υγειονομικών πρωτοκόλλων, αλλά απαιτούνται σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες παραβάσεις των όρων τους. Με τον τρόπο αυτό δίδεται στο αρμόδιο δικαστήριο η δυνατότητα να αξιολογήσει τη σοβαρότητα των παραβάσεων εκ μέρους της τουριστικής επιχείρησης και να απαλλάξει αυτή από την αστική ευθύνη, σε περίπτωση που διαπιστώσει μόνο επουσιώδεις, μεμονωμένες, ή τυχαίες παραβιάσεις των όρων των εφαρμοστέων υγειονομικών πρωτοκόλλων, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβούν ακόμη και σε περίπτωση που καταβαλλόταν η δέουσα επιμέλεια για την πιστή εφαρμογή τους.

Ένα ακόμα ζήτημα που θίξαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, είναι αυτό της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Συγκεκριμένα επισημάναμε, ότι στο έντυπο που θα καλούνται να υπογράψουν οι πελάτες των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων θα πρέπει να προβλεφθεί, πως σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς αρμόδια θα είναι τα ελληνικά δικαστήρια. Επειδή όμως διαπιστώσαμε, ότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις έχουν ιδιαίτερη ανησυχία για το συγκεκριμένο ζήτημα, θα εξετάσουμε και μία ακόμη παράμετρο του. Πράγματι, το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, ιδίως σε περίπτωση που η επίδικη διαφορά έχει στοιχεία αλλοδαπότητας (πελάτης από το εξωτερικό) συνιστά διαχρονικά ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα για τις τουριστικές επιχειρήσεις, το οποίο σήμερα γίνεται ακόμα εντονότερο εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού και του ιδιαίτερα αυξημένου κινδύνου για άσκηση αγωγών σε βάρος ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων από αλλοδαπούς πελάτες. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, αλλά και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αρμόδια κατά τόπο είναι τα δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση αρμόδια είναι τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια. Προσοχή, όμως, διότι αυτό ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμφωνηθεί παρέκταση αρμοδιότητας ή καθορισμός αποκλειστικής αρμοδιότητας, δηλαδή η πρόβλεψη δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου, σε κάποια σύμβαση που έχει υπογράψει η τουριστική επιχείρηση ως συμβαλλόμενη λ.χ. με κάποιον tour operator.

Μετά, λοιπόν, από μία συνολική θεώρηση της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 60 του ν. 4688/2020, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μία καταρχήν θετική ρύθμιση, η οποία επιχειρεί να υψώσει ασπίδα προστασίας για τις τουριστικές επιχειρήσεις, θωρακίζοντάς τες ιδίως από κακόβουλες και κακόπιστες παρελκυστικές τακτικές τουριστών, που ενδεχομένως θα νοσήσουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στη χώρα μας. Η διάταξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, αν λάβουμε υπόψη, ότι ιδίως σε χώρες του εξωτερικού τέτοιες νομικές ενέργειες από πλευράς καταναλωτών – ταξιδιωτών συχνά καταλήγουν σε αγωγές με αιτήματα πολύ υψηλών αποζημιώσεων.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν καταλυτική και η πιστοποίηση – επιθεώρηση της τήρησης των όρων των υγειονομικών πρωτοκόλλων από έναν τρίτο, ανεξάρτητο φορέα, όπως επισημάναμε και στο προηγούμενο άρθρο μας, ώστε να μην βρεθεί ο επιχειρηματίας στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να ανταποδείξει ότι έλαβε, με κάθε επιμέλεια, όλα τα απαιτούμενα μέτρα. Λόγω όμως του πλήθους και της πολυπλοκότητας των ειδικών όρων που περιλαμβάνονται στα υγειονομικά πρωτόκολλα, επισημαίνουμε τον υπαρκτό κίνδυνο της πλημμελούς τήρησής τους, ακόμα και στην περίπτωση που οι τουριστικές επιχειρήσεις επιδείξουν όλη την απαιτούμενη επιμέλεια για την εφαρμογή τους. Για το λόγο αυτό προτείνουμε την τροποποίηση της εξεταζόμενης νομοθετικής διάταξης και την πρόβλεψη, ότι για τη θεμελίωση της αστικής ευθύνης των τουριστικών επιχειρήσεων δεν αρκεί κάθε παραβίαση, οιουδήποτε όρου των υγειονομικών πρωτοκόλλων, αλλά απαιτούνται σοβαρές ή συνεχείς παραβιάσεις των όρων τους, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η τουριστική επιχείρηση δεν επέδειξε τον προσήκοντα βαθμό επιμέλειας για την τήρησή τους.

Θετικό, επίσης, είναι και το γεγονός, ότι σε περίπτωση που ένας τουρίστας νοσήσει στην Ελλάδα, δικαιοδοσία έχουν καταρχήν τα ελληνικά δικαστήρια. Για το λόγο αυτό, οι επιχειρηματίες του τουριστικού κλάδου θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν συμβάλλονται με τρίτες αλλοδαπές επιχειρήσεις (λ.χ. με tour operators), ώστε να μην προσχωρούν σε ρήτρες παρέκτασης αρμοδιότητας που θα καθιστούν αρμόδια τα δικαστήρια τρίτης χώρας, κάτι που είναι εξαιρετικά σύνηθες σε τέτοιου είδους συμβάσεις.

Επιπλέον, επαναλαμβάνουμε και στο παρόν άρθρο τη σκοπιμότητα της έγγραφης γνωστοποίησης προς κάθε πελάτη ξενοδοχειακής επιχείρησης, τόσο των μέτρων που λαμβάνει το ξενοδοχείο όσο και των υποχρεώσεων του ιδίου του πελάτη, ο οποίος προφανώς δεν είναι άμοιρος ευθυνών σε περίπτωση διασποράς του κορονοϊού και αυτό θα πρέπει να το αντιλαμβάνεται πλήρως.

Πεδίο ωστόσο για περαιτέρω προβληματισμούς ανοίγεται αναφορικά με ζητήματα που αφορούν την ευθύνη για την κάλυψη δαπανών, όπως λ.χ. σε περίπτωση που σημειωθεί κρούσμα σε ένα κατάλυμα και χρειαστεί οι ένοικοί του να μπουν σε καραντίνα ή ενδεχομένως να τεθεί το κατάλυμα εκτός λειτουργίας για ορισμένο χρονικό διάστημα. Είναι δεδομένο, ότι μία νομοθετική διάταξη δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις σε κάθε είδους περιπτωσιολογία που μπορεί να βρούμε μπροστά μας τους επόμενους μήνες.

Για το λόγο αυτό, ενδεχομένως θα ήταν σκόπιμο οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις να εξετάσουν και την περίπτωση της δοκιμαστικής λειτουργίας τους για μία ή δύο εβδομάδες, προσφέροντας διαμονή ιδίως σε φοιτητές, ανέργους ή άλλες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που έχουν πληγεί από την πανδημία, προκειμένου να γίνει μία «πρόβα τζενεράλε» για την εφαρμογή στην πράξη όλων των προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων, πριν από την έλευση τουριστών, όπως σχεδιάζεται να γίνει σε άλλες ανταγωνιστικές μας χώρες (όπως λ.χ. η Τουρκία). Θα ήταν πράγματι ασφαλέστερο να υπάρξει μία δοκιμαστική λειτουργία του τουρισμού μας εν γένει, σε πραγματικές συνθήκες, πριν από την επίσημη έναρξη της φετινής τουριστικής περιόδου. Έτσι θα δοκιμαστούν στην πράξη όλα τα προβλεπόμενα υγειονομικά μέτρα και όλοι οι μηχανισμοί αντιμετώπισης πιθανών κρουσμάτων κορονοϊού και θα διορθωθούν ενδεχόμενα κενά και αστοχίες, πριν από την έλευση τουριστών και πριν τη δημιουργία νομικών τετελεσμένων.

Τέλος, υπογραμμίζουμε, πως όλα τα προληπτικά μέτρα που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο μας διατηρούν ακέραια τη νομική τους σημασία, ακόμα και μετά τη θέσπιση της εξεταζόμενης ειδικής νομοθετικής διάταξης για την αστική ευθύνη των τουριστικών επιχειρήσεων. Πράγματι, πρόκειται για μέτρα, τα οποία έχουν κατεξοχήν αποτρεπτικό χαρακτήρα, δηλαδή αποσκοπούν πρωτίστως στο να αποτρέψουν τον πελάτη από την άσκηση αγωγής σε βάρος της εμπλεκόμενης ξενοδοχειακής ή άλλης τουριστικής επιχείρησης. Ορισμένα εξ αυτών έχουν επιπλέον και διασφαλιστικό χαρακτήρα, θωρακίζοντας νομικά τις τουριστικές επιχειρήσεις απέναντι στους πελάτες τους σε περίπτωση άσκησης αγωγής. Λειτουργούν δηλαδή συμπληρωματικά με την ειδική νομοθετική διάταξη του άρθρου 60 παρ. 5 του ν. 4688/2020. Κατά συνέπεια, τα μέτρα που προτείναμε εκτιμούμε πως συνεχίζουν να είναι αναγκαία, προκειμένου να προληφθούν ή να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειες μιας αγωγής αποζημίωσης σε βάρος ξενοδοχειακής ή άλλη τουριστικής επιχείρησης, στις περισσότερες περιπτώσεις που κάποιος πελάτης τους νοσήσει από CoVid-19 κατά τη διάρκεια των διακοπών του στην Ελλάδα.

Ελπίζουμε πως όσα αναφέρθηκαν και στο παρόν άρθρο μας θα αποδειχθούν χρήσιμα στους ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και τουριστικών καταλυμάτων αλλά και σε όλους τους επαγγελματίες του τουρισμού. Και θα επαναλάβουμε για μία ακόμα φορά, ότι ο στόχος του να μην χαθεί η φετινή τουριστική περίοδος και να περιοριστούν οι απώλειες του ΑΕΠ της χώρας στο ελάχιστο δυνατό, αποτελεί εθνικό στόχο. Όλοι μαζί, καθένας από το δικό του επιστημονικό ή επαγγελματικό τομέα, θα πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να περάσουμε από κοινού το μήνυμα, ότι η φετινή τουριστική περίοδος ΔΕΝ έχει χαθεί. Είμαστε βέβαιοι πως η Ελλάδα και ο ελληνικός τουρισμός θα βγουν ενισχυμένοι από αυτή την περιπέτεια. Καλή δύναμη και καλή επιτυχία σε όλους μας.

* Ο κ. Ιωάννης Γκιτσάκης (twitter @gitsakis) είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου.

Ο κ. Λάζαρος Παυλίδης είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και κάτοχος DES Ευρωπαϊκού Δικαίου του Université Libre de Bruxelles.

Η κ. Αναστασία Στεφίδου (twitter  @epanastasia2) είναι Δικηγόρος Κομοτηνής.

Όλοι συνιδρυτές της διαδικτυακής ομάδας «Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων» (Π.Ε.Δ.).

Η κ. Έρη Τζάνη είναι οικονομολόγος, απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Follow us: @money_tourism on Twitter | xrimatourismos on Facebook – Πηγή: https://money-tourism.gr/ | ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr